Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Οι μαγικές βελόνες!




Η ιστορία μας μιλάει για μια μικρή πόλη. Μια πόλη από αυτές που οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους, και έχουν και εμπορικά νταραβέρια, και χαιρετούρες και γενικά όλα αυτά που φτιάχνουν μια όμορφη φιλική και ζεστή ατμόσφαιρα.

 Σ’ αυτήν την πόλη λοιπόν το χαμόγελο άνθιζε στα πρόσωπα των ανθρώπων. Όμως όχι όλων.
Υπήρχε και κάποιος που το χαμόγελο του γινόταν πλατύ μόνο όταν κρατούσε  χρήματα στα  χέρια του που αργότερα έμπαιναν στις τσέπες του. Τότε ένοιωθε πολύ ευτυχισμένος. Όλες τις υπόλοιπες ώρες ήταν βλοσυρός και δύσκολα του έπαιρνε κάποιος που δεν ήταν πελάτης του μια κουβέντα απλή. Πόσο μάλλον φιλική!
Είχε ένα μαγαζί που πουλούσε νήματα. Στη βιτρίνα του μοστράριζαν ένα σωρό πλεκτά. Από σκουφιά μέχρι ολόκληρες φορεσιές. Και στα ράφια του οι κούκλες το νήμα ήταν αραδιασμένα ανά κατηγορία,   και ανά χρώμα. Έβλεπες στη σειρά μαύρες κούκλες μαλλί, καφέ, πράσινο, κίτρινο, μπλε όλα τα χρώματα που δημιουργούσαν μια υπέροχη χρωματιστή παλέτα και τραβούσαν το μάτι του πελάτη.
Με τόσο χρώμα στο μαγαζί του θα έλεγες πως κάποια ευχαρίστηση θα ένοιωθε κι αυτός ο άνθρωπος για τα απλά πράγματα και για τη ζωή. Όμως τίποτα. Η τσιγκουνιά του ήταν τόσο μεγάλη, που δεν του άφηνε χώρο για κανένα άλλο συναίσθημα. Ο έμπορος μας δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία, όμως η σκυθρωπή του όψη τον έδειχνε μεγαλύτερο. Στην πραγματικότητα ήταν ένας άντρας γύρω στα τριάντα μα κανείς δεν το πρόσεχε. Τον έλεγαν Φάνη μα όλοι τον έλεγαν  τσιφούτη πίσω από την πλάτη του. 

Παραμονές Χριστουγέννων και η πόλη είχε σκεπαστεί από κάτασπρο χιόνι. Τα σπίτια ήταν στολισμένα και παντού πολύχρωμα φωτάκια έδιναν μια ζεστή γιορταστική ατμόσφαιρα τριγύρω. Παντού φως και στολίδια, γκι και γιρλάντες εκτός από του Φάνη το μαγαζί. Τα πάντα σκοτεινά και τίποτα δεν έδειχνε λίγο συναίσθημα και λίγη ομορφιά και αγάπη.
Το καμπανάκι της πόρτας χτύπησε και ο Φάνης σηκώθηκε να εξυπηρετήσει τον πελάτη, παίρνοντας ένα εμπορικό χαμόγελο. Μπροστά του στεκόταν μια γιαγιά ρακένδυτη, που τα ρούχα της ήταν τόσο παλιά που νόμιζες πως από στιγμή σε στιγμή οι κλωστές θα εξαϋλώνονταν και τα ρούχα θα άφηναν την τελευταία τους πνοή. Και η ασχήμια της δεν περιγραφόταν.  Το χαμόγελο του Φάνη χάθηκε από το πρόσωπο του όταν αντίκρισε την γριά και αμέσως τη ρώτησε απότομα.
‘’Τι θες; Δεν δεχόμαστε ζητιάνους στο μαγαζί.’’
‘’Στην πραγματικότητα εγώ ήρθα να σε βοηθήσω’’ του είπε η γριά.
‘’Και τι βοήθεια μπορείς να μου προσφέρεις εσύ;’’
‘’Ήρθα να σου προσφέρω κέρδος, μια και αυτό είναι το μόνο που καταλαβαίνεις. Είναι παραμονές Χριστουγέννων και αποφάσισα να κάνω το δώρο μου για φέτος. Θεωρώ πως αυτός είσαι εσύ.’’
Βγάζει από το εσωτερικό της τσέπης της δύο βελόνες πλεξίματος μικρές και τις ακουμπάει μπροστά του.
‘’Αυτές είναι δύο βελόνες που πλέκουν μόνες τους. Μόλις τις μπήξεις σε μια κούκλα μαλλί, αυτές αρχίζουν να πλέκουν. Και τα δημιουργήματα από αυτές τις βελόνες είναι τόσο τέλεια, που θα γεμίσεις χρήμα. Τόσο ανάρπαστα γίνονται. Όμως για να λειτουργήσουν οι βελόνες και να σε αποδεχθούν για αφέντη τους θα πρέπει πριν έρθουν τα Χριστούγεννα, να κάνεις καλό σε πέντε ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Το καλό μετράει με το ευχαριστώ που θα σου πουν. Αν δεν το κάνεις οι βελόνες θα εξαφανιστούν την ημέρα των Χριστουγέννων κι εσύ θα χάσεις την ευκαιρία σου.’’
Αυτά είπε η γριά, και μέχρι ο Φάνης να σηκώσει το κεφάλι του από τις βελόνες που τις κοιτούσε έκπληκτος, εκείνη χάθηκε από μπροστά του.

Πήρε τις βελόνες σκεφτικός και παίρνοντας μια κούκλα μαλλί τις έμπηξε μέσα. Δεν έγινε τίποτα. Μια και πλησίαζε βραδάκι, αποφάσισε να κλείσει το μαγαζί, και να πάει στο σπίτι του. Πήρε τις βελόνες και τις έβαλε στην τσέπη του.
Βγαίνοντας στον δρόμο, σε μια γωνιά είδε ένα ρακένδυτο γέρο να στέκει στο κρύο. Θυμήθηκε τα λόγια της γριάς και αμέσως τον πλησίασε.
‘’Τι κάνεις παππού εδώ στο κρύο;’’
‘’Ζητιανεύω παλικάρι μου. Μήπως και μπορέσω να φάω ένα πιάτο ζεστό φαγητό.’’
Ο Φάνης τον παίρνει μαζί του και τον πάει στο μαγέρικο που ήταν κοντά. Τον καθίζει σε ένα τραπέζι και φωνάζει στον μαγαζάτορα να φέρει ένα πιάτο σούπα και ψωμί. Όσο ο γέρος έτρωγε σκεφτόταν πως η σούπα του έφτανε του ζητιάνου οπότε μετρούσε μέσα του το πρώτο από τα πέντε καλά που όφειλε να κάνει. Περίμενε λοιπόν να φάει ο γέρος, ο οποίος όμως είχε τέτοια πείνα που τελείωσε τη σούπα μονομιάς. Αναγνωρίζοντας  ο Φάνης το βλέμμα λύπης του γέρου προς το άδειο πιάτο, παράγγειλε και μια μπριζόλα με πατάτες και τυρί και λίγο κρασί. Ο γέρος όταν τελείωσε του έριξε ένα τέτοιο βλέμμα ευγνωμοσύνης, και του είπε ένα ευχαριστώ μέσα από την καρδιά του, που ο Φάνης ένοιωσε μεγάλη ικανοποίηση. Τώρα του είπε μπορούσε να κοιμηθεί χορτάτος για πρώτη φορά ύστερα από μέρες.

Την άλλη μέρα, δεν άνοιξε το μαγαζί. Τριγύρισε στην πόλη και για πρώτη φορά άρχισε να κοιτάει τον κόσμο παρατηρώντας τον. Έφτασε στην μεριά της πόλης με τα φτωχικά σπίτια, και ξάφνου πρόσεξε τον γιατρό που έβγαινε από την πόρτα ενός από αυτά. Τον συνόδευε μια κοπέλα και διακριτικά στάθηκε πιο πέρα για να ακούσει τι έλεγαν.
Ο γιατρός έλεγε της κοπέλας πως για να γίνει καλά η μητέρα της χρειάζονταν φάρμακα. Η κοπέλα είχε μια έκφραση απόγνωσης όταν του είπε πως δεν υπάρχουν  χρήματα για να πάρει τα φάρμακα.
Ο Φάνης έπιασε τον γιατρό παράμερα, και τον ρώτησε τι φάρμακα χρειάζεται η μητέρα της κοπέλας μια και ήταν πρόθυμος να τα αγοράσει εκείνος. Έτσι λοιπόν με τα φάρμακα στο χέρι, χτύπησε την πόρτα του φτωχικού σπιτιού. Είπε πως τον στέλνει ο γιατρός να βοηθήσει, και έδωσε τα φάρμακα στο νεαρό κορίτσι. Συγκινημένο το κορίτσι τον ευχαρίστησε για το καλό που τους έκανε. Ο Φάνης μετρούσε το δεύτερο ευχαριστώ που είχε πάρει ενώ παρατηρούσε το φτωχικό σπίτι, που έλαμπε όμως από πάστρα, καθώς και την τρυφερότητα της κοπέλας προς την άρρωστη μητέρα της. Ένοιωσε κάτι σαν τρίξιμο στην παγωμένη του καρδιά, και προς στιγμήν είχε ξεχάσει τις βελόνες και αυτό που όφειλε να κάνει για να κερδίσει χρήματα. Η ζεστασιά του φτωχικού σπιτικού και της κοπέλας που ζούσε σε αυτό με τη μητέρα της, το μικρό δεντράκι που ήταν σε μια γωνιά με τα λιγοστά στολίδια του, τον έκαναν να ξεχάσει το σκοπό του. Άθελα του στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του δικού του ψυχρού και αστόλιστου σπιτιού. Σηκώθηκε να φύγει ευχόμενος περαστικά, και την ώρα που έφτασε στην πόρτα, αυθόρμητα γύρισε και είπε πως το μαγαζί του βρισκόταν εκεί και αν χρειάζονταν βοήθεια να μη δίσταζαν να του τη ζητήσουν.

Στη συνέχεια αγόρασε παιχνίδια, στολίδια και τρόφιμα για μια οικογένεια με πολλά παιδιά που με το ζόρι τα έβγαζαν πέρα, πήρε ρούχα σε φτωχούς που δεν είχαν την δυνατότητα να πάρουν, τάισε πεινασμένους, έτρεχε με το γιατρό όπου χρειάζονταν φάρμακα. Παράγγειλε ακόμα και μια ειδική καρέκλα σε κάποιο παιδί που ήταν ανάπηρο. Κάθε μέρα ένοιωθε και πιο ανάλαφρος, πιο χαρούμενος και παντού μόλις τον έβλεπαν του χαμογελούσαν με ευγνωμοσύνη και αγάπη. Κι εκείνος τα εισέπραττε χωρίς να καταλάβει πως ο πάγος στην καρδιά του είχε ήδη λιώσει.
Είχε ξεχάσει τις βελόνες στην τσέπη του και δεν τις θυμήθηκε παρά μόνο όταν την παραμονή των Χριστουγέννων πια μπήκε στο μαγαζί του.

Τις έβγαλε από την τσέπη του, και παίρνοντας μια κούκλα μαλλί τις έμπηξε μέσα. Τότε οι βελόνες άρχισαν να πλέκουν. Το παράξενο ήταν πως η κούκλα το μαλλί τελείωνε μόλις τελείωνε και το πλέξιμο του κομματιού που φτιαχνόταν.
Στα χέρια του κρατούσε ήδη ένα υπέροχο παλτό πλεχτό. Ήταν τόσο περίτεχνα φτιαγμένο που σκέφτηκε πως η γριά του είχε πει την αλήθεια. Κι όπως το κοιτούσε κάτι παράξενο του ήρθε στο μυαλό. Σκέφτηκε την κοπέλα του φτωχικού σπιτιού να το φοράει. Αμέσως χωρίς να διστάσει, έμπηξε τις βελόνες σε άλλη κούκλα και αυτές άρχισαν το έργο τους.

Φορτωμένος με πακέτα, επισκέφτηκε την κοπέλα. Η μητέρα της ήταν πολύ καλύτερα και ήταν όρθια στο τραπέζι. Τους έδωσε τα πακέτα του και εκείνες έμειναν άφωνες από τα πλεχτά φορέματα και τα παλτά που τους είχε φέρει. Έτσι τον κάλεσαν να περάσουν μαζί τα Χριστούγεννα.
Εκείνος τότε τους ζήτησε να έρθουν στο δικό του σπίτι παρότι ήταν αστόλιστο. Και η κοπέλα αμέσως του είπε  να μην ανησυχεί. Αν ήθελε μπορούσε να το περιποιηθεί και να μαγειρέψει κιόλας.
Για πρώτη φορά με κάποιο άλλο άτομο βγήκε για ψώνια. Και πρώτη φορά στη ζωή του ένοιωθε τέτοια χαρά. Όταν στόλισαν το σπίτι του, και άνοιξαν τις πόρτες στα παιδιά για τα κάλαντα, είχε πάρει την απόφαση του.
Ανήμερα τα Χριστούγεννα, οι βελόνες είχαν πάρει θέση πάνω στο περβάζι του τζακιού. Το σπίτι ήταν φωτεινό και πολλοί περνούσαν να τον ευχαριστήσουν για τα καλά που τους έκανε και να πιουν ένα ποτήρι κρασί. Η καρδιά του ήταν γεμάτη χαρά, και αγάπη όταν έκανε πρόταση γάμου στην όμορφη νέα. Εκείνη δέχτηκε με χαρά και του είπε πως τον βρήκε ξεχωριστό άνθρωπο με ζεστασιά από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε. Ένοιωσε τέτοια ευτυχία μέσα του, που ούτε την φανταζόταν. Κοίταξε τις βελόνες και υποσχέθηκε πως θα σκόρπιζε καλό με τα αριστουργήματα της. Αυτά τα Χριστούγεννα μια γριά καθόταν μπροστά σε μια σφαίρα και χαμογελούσε ικανοποιημένη με τα αποτελέσματα του δώρου της. Είχε μάθει σε κάποιον πόση ζεστασιά σκορπίζει στη ζωή η ανθρωπιά.



Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Η φλόγα η Πηδηχτούλα!



Η Πηδηχτούλα ήταν μια μικρή φλογίτσα, που παρουσιαζόταν όταν κάποιος άναβε ένα σπίρτο.

Ω! χαρά που έκανε η Πηδηχτούλα τότε, που ζωντάνευε και μπορούσε να παρακολουθεί γύρω της τον κόσμο.

Άλλες φορές ξυπνούσε σε ένα βαρέλι και της έδιναν να φάει ξερά χόρτα. Τότε ήταν η χειρότερη στιγμή της. Γιατί κλεισμένη στο βαρέλι δεν έβλεπε πολλά πράγματα, και μόλις τελείωνε το τσιμπούσι της, ένα σωρό νερό, ο μεγαλύτερος εχθρός της,  την έστελνε πάλι στη λήθη και στην αναμονή.

Υπήρχαν φορές, που γεννιόταν σε μια ωραία ψηστιέρα, και όσο έτρωγε τα ξερά κλαδιά και τα ξύλα, υπέροχες μυρωδιές από ψητό κρέας και λουκάνικα την μάγευαν και την έκαναν ευτυχισμένη.

Όμως η πιο ωραία στιγμή της, ήταν όταν γεννιόταν σε μια αρμαθιά ξύλων μέσα στο δάσος σε κάποια κατασκήνωση και μπορούσε εκεί ήρεμη να παρακολουθεί το παιχνίδι των παιδιών και το κελάηδημα των πουλιών. Να βλέπει τον ήλιο, τα έντομα που πετούσαν και να γελάει που την απέφευγαν. Μα δεν προλάβαινε να μεγαλώσει και πάλι το καταραμένο το νερό και αυτή την φορά και  χώμα την αφάνιζαν.

Μια μέρα ο μικρός θόρυβος ενός σπίρτου ξύπνησε την Πηδηχτούλα. Και ένα αντρικό χέρι, την απέθεσε πάνω στο φιτίλι ενός κεριού. Το δάχτυλο του χεριού άρχισε να την χαϊδεύει και να παίζει μαζί της. Για πρώτη φορά η Πηδηχτούλα αισθάνθηκε πως κάποιος την αγαπούσε και ασχολιόταν με αυτήν.
Τότε ο άντρας, άρχισε να της μιλάει. Παράξενο, αλλά καταλάβαινε πολύ καλά τη γλώσσα του. Ήταν η γλώσσα της φωτιάς. Ένοιωσε τόσο οικεία σαν στο σπίτι της που λένε.
Ο άντρας της υποσχέθηκε πως θα την κάνει μεγάλη και τρανή. Θα της δώσει πολύ φαγητό και θα την κάνει βασίλισσα.
Η Πηδηχτούλα χάρηκε και άρχισε να ονειρεύεται μεγαλεία και θρόνους και βασίλεια. Θα έστηνε τον θρόνο της κοντά στα δέντρα και θα άκουγε μόνιμα τα πουλιά και τα γέλια των παιδιών.

Την νύχτα αισθάνθηκε τον άντρα να την ξυπνάει. Αλλά ήταν μικρούλα ακόμα και δεν έβλεπε πολλά πράγματα. Σε λίγο όμως βρήκε μπόλικο φαί, και λαίμαργη όπως ήταν άρχισε να τρώει αχόρταγα. Όσο έτρωγε, τόσο μεγάλωνε.
Μέσα στην μανία της να φάει και να μεγαλώσει για να γίνει τρανή και να βασιλεύσει όπως της υποσχέθηκε ο φίλος της, μήτε το κατάλαβε πως έγινε τεράστια, και αυτό την έκανε να φουντώσει από ματαιοδοξία.  Δεν άκουγε καν τις φωνές, ούτε τον θόρυβο και τα αλαλιάσματα φόβου που κυριάρχησαν παντού. Δεν είδε καν όσο μεγάλωνε, ανθρώπους που έτρεχαν να προστατέψουν τα σπίτια τους και τους εαυτούς τους από την πείνα της.
Ολόκληρη νύχτα έτρωγε, και ολόκληρη νύχτα αισθανόταν πανίσχυρη και αήττητη. Μα η επιμονή κάποιων και η αυτοθυσία, κατόρθωσε να τιθασεύσει την μανία της.

Ο ήλιος ανέτειλε και το πρωινό φως την βρήκε να είναι σκορπισμένη σε κομμάτια και μικρούλα, έτοιμη να ξεψυχήσει.
Έστρεψε το βλέμμα της τριγύρω και αυτό που είδε την τρόμαξε. Τα δέντρα που τόσο αγαπούσε είχαν μείνει μαύρα κουφάρια.  Την εικόνα που αντίκρισε διόλου δεν την  απολάμβανε. Ούτε πουλιά κελαηδούσαν πια, ούτε έντομα πετούσαν, και κάπου είδε κατεστραμμένα σπίτια, ανθρώπους να κλαίνε, και τα μαυρισμένα κουφάρια κάποιων μικρών ζώων.

Τότε κατάλαβε πως ο άντρας εκείνος δεν ήταν φίλος κανενός. Πως την χρησιμοποίησε για να σκορπίσει την καταστροφή και την κακία. Για να καταστρέψει ό,τι θα μπορούσε να απολαμβάνει μικρούλα και ωραία προστατευμένη στο χώρο που της έπρεπε.


Έκλεισε τα μάτια της ζητώντας συγγνώμη για τον πόνο που προκάλεσε, και όρθωσε τα μικρά της στήθη καλώντας τον εχθρό της το νερό, να την τιμωρήσει. Μόνο και μόνο, επειδή έγινε πιόνι στα χέρια ανόητου άπονου ανθρώπου γεννημένου μόνο για το κακό.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

*

*